Showing posts with label archaeology. Show all posts
Showing posts with label archaeology. Show all posts

Tuesday, November 11, 2025

(Μια ξενάγηση με τον Θόδωρο στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών)





Του Κωστή Βελώνη*
 
Σε μισάωρη εκπομπή της κρατικής τηλεόρασης, γυρισμένη λίγο πριν από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, ο γλύπτης Θόδωρος πραγματοποίησε μια ξενάγηση στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, επιλέγοντας να δείξει αγάλματα της αρχαϊκής και της κλασικής και ελληνιστικής περιόδου, καθώς και επιτύμβιες στήλες, χωρίς όμως να επιμείνει απαραίτητα στα ιστορικά τους συμφραζόμενα. Έσκυβε με εγκράτεια στο παρελθόν της γλυπτικής και επιχειρούσε να εντάξει τη λειτουργία της μέσα στο κοινωνικό σώμα.[1]
Αν και ο λόγος του, στο πλαίσιο της εποχής του, φέρει την επίδραση των κοινωνικών επιστημών, αυτό δεν τον εγκλωβίζει σε μια αναμενόμενη αφήγηση. Ο θαυμασμός του εκδηλώνεται με ένα ποιητικό άνοιγμα στην τελευταία σκηνή, με τις σκέψεις του να ακολουθούν τα χέρια του όταν κατευθύνεται προς την έξοδο του μουσείου. Εκεί, λίγο πριν διασχίσει την κεντρική πύλη, απευθύνεται στον θεατή, απλώνοντας τα δικά του χέρια:
«Κοιτάζοντας τα χέρια των αγαλμάτων βλέπουμε πόση σημασία παίρνουν, γιατί το χέρι είναι όργανο, εργαλείο ανθρώπινης ποιοτικής παραγωγής και επικοινωνίας. Είναι το χέρι που δουλεύει σε προέκταση με άλλα τεχνικά όργανα και εργαλεία κάθε τέχνης. Ακόμα, τα χέρια που ήξεραν να κρατούν τα όπλα είναι τέχνη. Τα χέρια που ήξεραν να κρατούν τα γκέμια των αλόγων -αλλά και τα χέρια που ήξεραν να χαϊδεύουν- είμαι σίγουρος γι' αυτό. Προσέξτε, κοιτάξτε τα χέρια σας και μετά την πόλη, την πόλη σας, την πόλη μας. Αν υπάρχει πουθενά ίχνος ανθρώπινης επαφής, αν υπάρχει πάνω τους το άγγιγμα της αγάπης. Κοιτάξτε όλες αυτές τις κατασκευές, όλα αυτά τα μηχανικά αντικείμενα που μας περιβάλλουν... Πού βρίσκεται η αίσθηση του ανθρώπου;»
Σε αυτό το σημείο η κάμερα καταλήγει στη λεωφόρο Πατησίων, με την γνωστή κινητικότητα που την χαρακτηρίζει σε όλη τη διάρκεια της ημέρας. Ο Θόδωρος, αφού πρώτα μας μίλησε για τις αρχαιότητες, μας καλούσε να στραφούμε πέρα από το μουσείο, προς τον σύγχρονο κόσμο, εκεί όπου το άγγιγμα τείνει να ξεχαστεί.
Παραδόξως, τα εργαλεία του πολέμου στα οποία αναφέρθηκε ξανά και ξανά στην ξενάγηση διαπνέουν το προσωπικό του έργο, όπως συμβαίνει για παράδειγμα με τη συχνή απεικόνιση του ροπαλοφόρου άντρα, τον οποίο ο Θόδωρος επινόησε, ανέπτυξε και χρησιμοποίησε σε πολλές παραλλαγές: είναι ο φαλλός, του αστυνομικό γκλομπ (matraque) και το σφυρί του γλύπτη (ματρακάς). Πέρα από την προφανή του σχέση με την εξουσία, όπως γράφει  και ο Σταμάτης Σχιζάκης σε μια ανέκδοτη σημείωση, το ρόπαλο «γίνεται το εργαλείο για τον μετασχηματισμό της ενέργειας, της δράσης και της παράστασης σε γλυπτικά έργα».[2]
Αυτή η εξέλιξη κινήθηκε στις βασικές αρχές που διαμόρφωσε ήδη από τα πρώτα χρόνια των σπουδών του, και εντοπίζεται στις Ημερολογιακές Σημειώσεις του. Ο ίδιος επιλέγει αυτό το απόσπασμα σε μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις: «Αν η Τέχνη είναι σήμερα ακροβασία, δεν φτάνει να ντυθούμε τη φορεσιά του σχοινοβάτη. Πρέπει να μπορούμε να περπατάμε σε τεντωμένο σχοινί... τολμάμε και αμφιβάλουμε».[3] Εκεί μαρτυρά την ανάγκη να καλύψει μια διαδρομή, να ακροβατήσει στα σύμβολα της πολιτισμικής ανθρωπολογίας: από την αστυνομική και εποπτεύουσα χρηστικότητα του ροπάλου μέχρι την καρναβαλική του διάσταση και το ιταλικό batacchio που προκαλεί θόρυβο και μεταβολίζει τον υλισμό του σώματος με το άφθονο γέλιο.
Εδώ, το χέρι που κρατά, από το πώς το κρατά, είτε πρόκειται για γκλομπ, ρόπαλο, ματρακά ή batacchio, μέχρι το πού στοχεύει, φέρνει αυτή τη χειρονομία σε ανοικτό διάλογο με την ηθική, διασταυρώνοντας τις αξίες μεταξύ δημιουργίας και καταστροφής, πάντα ακροβατώντας. Ο Θόδωρος μας προτρέπει με τρόπο σαφή να γίνουν τα χέρια μέσα επαφής. Η αφή, από εργαλειακή πράξη, μετατρέπεται σε πράξη πολιτισμού. Από το fingere στο fictio και στον Homo faber και όχι στον Homo ludens, όπως υποστήριζε με μια διάθεση αυτοσαρκασμού απέναντι στις «πρωτοπορίες».
Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1980 κυκλοφόρησαν οι περισσότερες μελέτες για τον μεταμοντερνισμό. Όλοι μιλούσαν για το τέλος της ηρωικής εποχής του μοντερνισμού, ξεφυλλίζοντας τα βιβλία του Jean-François Lyotard και του Roland Barthes. Στο συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο, της αυξανόμενης τάσης για απομυστικοποίηση και αποδόμηση του πρωτότυπου έργου, της υποβάθμισης ή της παράκαμψης της χειρωνακτικής, πρωτότυπης και μοναδικής δημιουργίας, η ξενάγηση του Θόδωρου στο Αρχαιολογικό Μουσείο προκαλεί κάποια εύλογα ερωτήματα.
Όταν η αξία του έργου μετατοπιζόταν από το «πώς γίνεται» στο «τι σημαίνει» και από το «τι σημαίνει» στον πολυδιάστατο, κατακερματισμένο χαρακτήρα του σημαίνειν, ο Θόδωρος φανέρωνε την αξία που έχει για εκείνον η χειρωναξία. Όχι με όρους επιδεξιότητας αυτή τη φορά, αλλά με εκείνους μιας «πολυσύνθετης πληροφορίας», η οποία αντιστέκεται στην «πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού», για να χρησιμοποιήσω τον τίτλο της μελέτης του Frederick Jameson που εκδόθηκε εκείνη τη χρονιά.[4]  
Την εποχή που η χειρωνακτική εργασία, η αφηγηματικότητα της ύλης, αλλά και η ενεργή σχέση του δημιουργού με το έργο άρχισαν να εκλαμβάνονται ως δευτερεύουσες και ως αναχρονιστικές πρακτικές, καθώς και ως κερδοφόρες τακτικές της αγοράς ενός νεοσυντηρητικού μεταμοντερνισμού, ο Θόδωρος αντιλαμβανόταν την καλλιτεχνική διαδικασία ως πράξη αντίστασης με τους  όρους της οντολογίας της αφής και της ανθρωπολογίας της χειρονομίας.[5]
Εδώ το Αρχαιολογικό μουσείο γίνεται αντιληπτό ως ένας φορέας που διασώζει τη συλλογική μνήμη και τις αξίες της γλυπτικής, ένας οδηγός επιβίωσης, όπου η χειρονακτική πρακτική δεν είναι δείγμα υποταγής στις αξίες της αγοράς, αλλά μια επιλογή που αντιμάχεται τους «-ισμούς» και τις μόδες της εποχής. Το αίτημα του Θόδωρου ήταν να μπορεί ο κόσμος ακόμη να αγγιχτεί με τρυφερότητα.

* Ο Κωστής Βελώνης είναι εικαστικός καλλιτέχνης, αναπληρωτής καθηγητής στην ΑΣΚΤ

[1] Σε πρώτο πρόσωπο, σκηνοθεσία Χρήστος Παληγιαννόπουλος, 1984, ΕΡΤ2.
[2] Stamatis Schizakis, “(Un)-mediated sculpture", ανέκδοτο κείμενο. Βλ. επίσης το επιμελητικό σημείωμα του Σταμάτη Σχιζάκη στην έκθεση«Θόδωρος, γλύπτης: Αντί αναδρομικής», Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ).
[3] Ημερολογιακές Σημειώσεις, Αθήνα, 26.12.1956. Το απόσπασμα προέρχεται από μια συνομιλία του γλύπτη Θόδωρου με τον Κώστα Χριστόπουλο με αφορμή την έκθεσή του με τίτλο Στίγματα πορείας: Ίχνη σπουδών 1947- 1962 στο Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης (Μέγαρο Εϋνάρδου) και την παρουσίαση του τόμου με τίτλο Στίγματα πορείας: Αναζητήσεις στην Τέχνη και την Παιδεία (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Ε.Μ.Π), «Στίγματα πορείας, επικοινωνία η θόρυβος», «Αναγνώσεις», Η Αυγή της Κυριακής, 3 Ιουλίου, 2016.
[4] Frederic Jameson, “Postmodernism or the Cultural Logic of Late Capitalism”, New Left Review, no.146, Ιούλιος-Αύγουστος 1984, σ. 59–92.

[5] «Αλλά ήταν στο Παρίσι γύρω στο 1960 όταν πήρα την απόφαση να ταυτιστώ ως γλύπτης παρά καλλιτέχνης. Ήθελα να διαφοροποιήσω την προσέγγισή μου και το έργο μου από τη χιονοστιβάδα των μοντέρνων κινημάτων που ξεπήδησαν στην καλλιτεχνική σκηνή εκείνη την εποχή, τα οποία χρησιμοποιούσαν αισθητικές θεωρίες για να βρουν μια θέση στην αγορά τέχνης και μετέτρεπαν την τέχνη σε θέαμα προς κατανάλωση. Έτσι, αποφάσισα να αυτοχαρακτηριστώ ως γλύπτης, παριστάνοντας ειρωνικά τον επιζώντα του προϊστορικού homo faber» [Papadimitriou L., Durden M., “Messages in the streams of history: A dialogue with sculptor Theodoros”, Journal of Greek Media and Culture, Απρίλιος 2018, σ. 110 (doi: 10.1386/jgmc.4.1.107_7)
 
 

Saturday, April 19, 2025

Apollo



Η επιστροφή του φωτός. Τοιχογραφία του Απόλλωνα με ακτινοβόλο κεφάλι περιβαλλόμενο από φωτοστέφανο, κρατά μια σφαίρα στο αριστερό του χέρι. 1ος αιώνας μ.Χ. Casa dell'Argenteria, Πομπηία #pompei #MuseoArcheologicoNazionalediNapoli 
 

Sunday, May 12, 2024

Low Suns



Rubber Ray, 2024

420 x 0,19 x 2 m 

Polyethylene, soil, plastic 


Marble, Labour and the Sun, 2024 

0,22 x 0,23 x 019 cm 

Marble, nylon wire


Low Sun, 2024

1,4 x 0,60 x 18 cm

Polyethylene, metal


Everything Ι touch turns into me

Archaeology of Gesture

Group Show @space.52

Curated by Evagoria Dapola

@scale_appropriate 

Wednesday, April 17, 2024

Everything Ι touch turns into me/ Archaeology of Gesture


Everything Ι touch turns into me 
Archaeology of Gesture 

When ancient objects exit their flows, they are transformed, becoming visible, familiar, and autonomous. When we interact with them, we re-think gazes, gestures and behaviours and create new functions. In an ever-ending archipelago of protocols of handling, working, and owning artefacts, this exhibition proposes a radical non-use. Exploring the diagonal commonhold of gestures and artefacts as objects of necropolitical desire, the exhibition functions as a parasitic council that suggests alternative gestures, new forms of movements, stares and thoughts etched on gestures of handle, care, love and sharing.

 A rhizome of non-proprietary uses, it summarizes a long research on how gesture, language and value intersect, influenced by Latour’s Berlin Key. Reframing the value of gesture and its embodiment, it urges us to grant no one narrative or discursive practice a preferential role, by reinforcing the idea of incessant metamorphosis by the means of gesture. It highlights an inverted gesture that portrays ecstasy instead of reverence. This creates and augments a series of singular environments and personal perspectives for engaging antiquity as gestural, liquid, performative and heterogeneous, rather than fixed and monocultural.

Kostis Velonis, Elli Antoniou, Phanos Kyriacou, Socratis Socratous, Dimitris Kontodimos, Dionisis Christofilogiannis

April 12 - May 4, 2024 

Curated by Evagoria Dapola 

Space 52, Athens

 

Sunday, January 15, 2023

Die kastalische Quelle mit Nischen für Weihungen


Ernst Reisinger, Delphi. Die kastalische Quelle mit Nischen für Weihungen / Δελφοί. Κασταλία πηγή με τις κόγχες για τα αναθήματα


Griechenland Schilderungen deutscher Reisender In zweiter, veränderter Auflage herausgegeben. Mit 90 Bildtafeln, davon 62 nach Aufnahmen der Preussischen Messbildanstalt, Λειψία, Insel-Verlag, 1923.

The Castalian spring in Delphi, with niches for votive offerings, 1923

Sunday, June 21, 2020

Buried Urne (from Urne Buriall and The Garden of Cyrus)


Paul Nash, Buried Urne (from Urne Buriall and The Garden of Cyrus), 1932
Collotype with pochoir
31.5 x 22.5 cm

Sunday, June 16, 2019

H Ανασκαφή: Πρακτικές μιας κοσμολογικής αρχαιολογίας στη σύγχρονη εικαστική πρακτική (Β΄ μέρος )



Στο πρώτο μέρος του κειμένου διερωτήθηκα με ποιο τρόπο η σύγχρονη τέχνη παράγει ένα νόημα που διατηρεί την προσωκρατική σκέψη. Κατά τη γνώμη μου, αρχαιολογικές πρακτικές (οι «βυθίσεις» της ανασκαφής, η ανάσυρση του μέλους και του αποσπάσματος, η συσχέτιση και η απόπειρα επανασυναρμολόγησης των ευρημάτων) μεταφέρουν την crafty, χειροποίητη γοητεία του προσωκρατικού στοχασμού. Όμως, με κάποιες ελάχιστες εξαιρέσεις, η πλειοψηφία των εικαστικών την ασπάζεται οργανικά χωρίς να την χρησιμοποιεί στο λόγο της. 
Όπως ανέφερα, οι καλλιτέχνες αυτοί δεν αντιλαμβάνονται την «καταγωγή» της τεχνικής με όρους διατύπωσης κάποιων ερωτημάτων, που ιστορικά έχουν απαντηθεί και η διαρκής βελτίωση της τεχνολογίας δεν αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την συνέχιση της έρευνάς τους. Αν επιλέγουν να κάνουν χρήση μιας πρόσφατης τεχνικής, είναι επειδή διευρύνουν αυτό που φαίνεται ότι προϋπάρχει στον φυσικό κόσμο. 
Αν η επιστήμη και οι εφαρμογές της εντάσσονται στους μύθους της νεωτερικότητας, τότε η «αγρία» φιλοσοφία των προσωκρατικών είναι το ιδανικό σχήμα. Οι αφηγήσεις που εξηγούν τη σύσταση του κόσμου και που απαντώνται στους μύθους αντιστοιχούν στις μορφολογικές εικασίες τους. Κατά κάποιο τρόπο, η προέλευση είναι και η κατάληξη.

Η έκδηλη «προσωκρατική» τάση των καλλιτεχνών αυτών εμφανίζεται με τη στροφή στα τέσσερα πρωταρχικά και αρχετυπικά φυσικά στοιχεία, το νερό, τη φωτιά, τον αέρα και τη γη. Κάποιες φορές, προσεγγίζουν «αστρονομικά» θέματα, όταν για παράδειγμα παρουσιάζουν μορφές που ακολουθούν το σχήμα των πλανητών, όπως της γης στη συσχέτισή της με άλλα ουράνια σώματα, άλλοτε σύμφωνα με τη λογική της δυσδιάστατης αναπαράστασης (Πάνος Τσαγκάρης, Λητώ Κάττου, Γιάννης Παπαδόπουλος) και, άλλοτε, με την ρητορική της μεταστοιχείωσης της «αγενούς» ύλης μέσω της χρήσης του φωτός, του ηλεκτρισμού της αστραπής η του ηλεκτρομαγνητικού σύμπαντος (Χρήστος Τζίβελος, Κωστής Τριανταφύλλου, Τάκης). Άλλες φορές η τάση αυτή προδίδεται με την επιμονή σ’ ένα συγκεκριμένο υλικό που το ίδιο προφέρει απλόχερα τις αφηγήσεις του, επιστρατεύοντας τεχνικές όπως η κεραμική, η προπλάσματα για κάθε μέθοδο χύτευσης (Αλέξανδρος Τζάννης, Γιώργος Τσεριώνης, Αθανάσιος Αργιανάς, Στεφανία Στρούζα, Μαλβίνα Παναγιωτίδη, Ηλίας Κοέν κ.ά.).
Σε άλλες, πάλι, περιπτώσεις προκρίνεται η χειρονομία της εκσκαφής και της ανεύρεσης. Αναφέρομαι στις εκσκαφές του Δημήτρη Αληθινού, στους χωμάτινους κύβους του Νίκου Τζιώτη, στο κάλεσμα μιας αρχαϊκής εντοπιότητας με στοιχεία του αστικού πολιτισμού στις κατασκευές της Μάρως Φασουλή, του Αλέξανδρου Ψυχούλη και του Πέτρου Τουλούδη, στ’ ανάγλυφα με τις συνθέσεις οστών στις γύψινες μάζες της Μαρίας Γεωργούλα, στην ψηφιακή ανάδυση του σπάνιου και άχρηστου αντικειμένου στο έργο του Στέφανου Καμάρη.
Εκείνα τα έργα που μεταφέρουν την εμπειρία του αέρα, την αίσθηση της επίπλευσης όπως και του μετεωρισμού ακολουθούν την ίδια κατεύθυνση. Μπορώ να θυμηθώ τις «ανάσες» του Νίκου Ναυρίδη ως είδος μέτρησης της ανθρώπινης γεωμετρίας, το πέρασμα του ανέμου στις δικτυωτές διατάξεις των πλεγμάτων και των ιστίων της Μπίας Ντάβου, τα περιβάλλοντα με τα υφάσματα και τα πανιά του Γιώργου Λαζόγκα.
Σε κάποιες ακόμα περιπτώσεις η διαπίστωση του εφήμερου του υλικού οδηγεί στη φωτογραφική μαρτυρία και στην χρήση κάποιου απροσδιορίστου αινιγματικού κώδικα και του κρυμμένου ευρήματος (Μαργαρίτα Μυρογιάννη, Γιάννης Θεοδωρόπουλος, Κύριλλος Σαρρής, Νίκος Χατζημιχάλης)[1]. Βασική έγνοια σε όλα τα παραδείγματα που προανέφερα είναι ο προσδιορισμός της φύσης των πράγματων (rerum natura), ακόμη και αν αυτή είναι ευμετάβολη και αφορά τη συνεχή αλλαγή με την τυπική έννοια του Ηράκλειτου. Επίσης, ανταποκρίνεται στη στροφή προς μια χειροτεχνική αντίληψη του απείρου, η οποία ταιριάζει και στην ερμηνεία του κόσμου από τον Αναξίμανδρο. 
Κάποιος θα αναρωτιόταν αν η σύσταση ενός «ανθρωπολογικού» τρόπου κατανόησης της ύλης από τους παραπάνω εικαστικούς απουσιάζει, από τη στιγμή που αυτή λειτουργεί συμβολικά και προβάλλει όσα οι προσωκρατικοί αντιλαμβάνονταν για την κοσμική ύλη. Η τελευταία υφίσταται πέρα από κάθε γήινη εμπειρία, εκεί που με τη νιτσεϊκή ορολογία θα αποκαλούσαμε hinterwelt, στην άφαντη δηλαδή πλευρά του κόσμου, σ’ ένα επέκεινα. Όμως, αυτή η μεταφυσική και θραυσματοποιημένη γνώση επιστρέφει στον γήινο ορίζοντα μέσω της αρχαιολογίας, της εκσκαφής, της ανεύρεσης και της συγκομιδής.
Ήρθε η στιγμή να αντιστρέψουμε ή να ταρακουνήσουμε το γενεαλογικό αυτό δέντρο, ώστε τα φρούτα και οι καρποί του να πέσουν, να σκορπιστούν άτακτα εδώ και κει στο έδαφος και να συνομιλήσουν μεταξύ τους διαμορφώνοντας νέες απτές σχέσεις και συνάφειες. Από εδώ και στο εξής μπορούμε να υποθέσουμε ότι τα στοιχεία της αρχαίας κοσμογονίας δεν προκαλούν τόσο αντιθέσεις αλλά λειτουργούν πρωτίστως ως ελκτικά και συμπληρωματικά στοιχεία. 

Ο Κωστής Βελώνης είναι εικαστικός καλλιτέχνης


[1] H Maria Torok και ο Nicolas Abraham με κύριο αντικείμενο την ψυχαναλυτική θεωρία χρησιμοποιούν την έννοια της «κρύπτης», προσφέροντας ενδιαφέροντα παραδείγματα που αφορούν την διαδικασία της ανασυρσης του κρυμμένου ευρήματος από την κρυψώνα του. Ενδεικτικά προτείνω το Le Verbier de l'Homme aux loups : cryptonymie (Paris, Aubier : Flammarion, 1976).


Sunday, June 9, 2019

Η Ανασκαφή: Πρακτικές μιας κοσμολογικής αρχαιολογίας στη σύγχρονη εικαστική πρακτική

     Η Ανασκαφή: Πρακτικές μιας κοσμολογικής αρχαιολογίας στη σύγχρονη εικαστική πρακτική


Η σκιά της προσωκρατικής σκέψης περιπλανάται σήμερα γύρω από την εικαστική παραγωγή. Μια αυξανόμενη διάθεση αυτογνωσίας, οδηγεί τους καλλιτέχνες τα τελευταία χρόνια στην αποκάλυψη κάποιων άλλοτε ασήμαντων λεπτομερειών όσων αφορά την καταγωγή του έργου τους. Ο Ζήσης Κοτιώνης, ανάμεσά τους, μοιάζει σαν ο πλέον σχολαστικός, ανατρέχοντας πρώτος σε αυτήν. Ωστόσο, φαίνεται πως μια σειρά από καλλιτεχνικές πρακτικές επιτρέπουν την σύσταση μιας σχετικής κοινής φιλοσοφικής δεξαμενής[i]. Η τριβή με ό,τι αποκαλώ εδώ κάπως αυθαίρετα «κοσμολογική αρχαιολογία» είναι σε θέση να φανερώσει ερωτήματα, τα οποία λίγο πολύ εντάσσονται στην απαρχή του φιλοσοφικού στοχασμού που αντιστοιχεί στην προσωκρατική σκέψη. 
Σήμερα αυτές οι κατευθύνσεις αποκτούν διαφορετικές αναγνώσεις, όντας μάλιστα αρκετά δημοφιλείς, επηρεασμένες από ισχυρά ονόματα συγγραφέων, όπως ο Bruno Latour (actornetwork theory, ANT) ή εκείνων που αναφέρονται συχνά στην εικαστική δημοσιογραφία, όπως η Jane Bennet (vital materialism) και ο Timothy Morton (Hyperobjects). Την ίδια στιγμή, οι θέσεις των προσωκρατικών γίνονται ανάρπαστες και στη σύγχρονη κβαντική φυσική, ειδικά τους στοχαστές που υποστηρίζουν την προσομοίωση του σύμπαντος και την υπόθεση ότι αποτελούμαστε από data μέσα σ’ αυτό.

Από τη δική μου πλευρά, αναφέρομαι σε μια «κοσμολογική αρχαιολογία» και όχι σε μια «κοσμολογική γλυπτική», καθώς στόχος μου είναι να τονίσω την μεθοδολογία και την γενεαλογία μιας τεχνικής και μιας πρωτοεπιστήμης, ως προϋποθέσεων της γλυπτικής και της εικαστικής παραγωγής γενικότερα. Εξάλλου, κυρίαρχο γνώρισμα του παραπάνω ρεύματος αποτελεί η ισορροπία ανάμεσα στο μύθο και το Λόγο, καθώς η σχετική με τον δεύτερο θεωρία δεν αρνείται τη λειτουργία του πρώτου, γεγονός που αποτελεί όλο και περισσότερο έκδηλα στις ημέρες μας δομικό στοιχείο της σύστασης των εικαστικών έργων.
Στα έργα αυτά, τα οποία προσπαθώ να διαχωρίσω με κριτήρια μεθοδολογικά, είναι αισθητός ο σχηματισμός μιας σύλληψης για την γένεση του κόσμου ως μιας ατέλειωτης κατασκευής. Αν δεν κάνω λάθος, οι στοχαστές της σχολής της Μιλήτου (ανάμεσά τους ο Θαλής, ο Αναξίμανδρος και ο Αναξιμένης) και οι Πυθαγόρειοι θα συμφωνούσαν με αυτό. 
Ο τρόπος εφαρμογής αυτής της υπόθεσης αφορά επίσης την αρχαιολογία και τον τρόπο που προσεγγίζει τα θραύσματα. Πρόκειται για τον απόηχο μιας πρόσφατης αντίληψης για τα ακρωτηριασμένα μέλη του σώματος και τη φετιχιστική τους αίγλη, η οποία ενεργοποιεί τη σχέση της ελληνορωμαϊκής γλυπτικής με τη μοντέρνα τέχνη. Όμως, αυτό που υπερέχει σε αυτή την κατακερματισμένη εκδοχή του σώματος είναι η ιδιότητα του ανθρώπου ως κατασκευαστή πραγμάτων, με όλες τις ατέλειες που φέρνει το τεχνούργημά του στην προσπάθεια να υποκαταστήσει τη φύση. Αυτού του είδους η «αρχαιολογία» μας συστήνεται με την πρακτική της ανασκαφής, της προσέγγισης δηλαδή του βάθους που διανοίγεται μετρικά και γεωλογικά με αρκετές ψυχαναλυτικές συμπαραδηλώσεις. Σε αυτό το σημείο θα αναφερόμουν και στην πρακτική της εκσκαφής, εφόσον κάποιες καλλιτεχνικές εγκαταστάσεις με τον τρόπο που αρθρώνονται παραπέμπουν στα κατασκευαστικά έργα. Εδώ, χωρίς κάποια ιδιαίτερη προσπάθεια να είμαι αντικειμενικά σχολαστικός, θα αναφερόμουν στο έργο του Μιχάλη Κατζουράκη, του Γιάννη Μπουτέα, του Βασίλη Σκυλάκου και του πολύ νεότερου Αύγουστου Βεϊνόγλου[ii].
Το κρυμμένο εύρημα, στην κοσμολογική του έλξη είναι στενά συνδεδεμένο με την καταγωγή μιας τεχνικής, η οποία ταυτίζεται κατά κάποιο τρόπο με τη γένεση του κόσμου. Λειτουργεί εντός και πέρα από την έννοια του θαυμασμού προς το ανευρεθέν αντικείμενο και, ενώ δεν μπορεί να αρνηθεί αυτή τη σχέση σαγήνευσης προς την υλική του υπόσταση, η αποτίμησή του ως τέτοιο καταλήγει σ’ ένα συμβολικό πεδίο αναφορών, ακόμη και αν το σημαίνον φαίνεται να υπερέχει του νοήματός του.
Υπάρχουν αναρίθμητες μυθοπλασίες-γενεαλογίες της «γένεσης». Αυτό, όμως, που μας ενδιαφέρει εδώ είναι να δούμε πώς μεταφράζονται σε γενεαλογίες της τεχνικής. Έχει σημασία να διευκρινίσουμε ότι οι καλλιτέχνες αυτοί αντιλαμβάνονται την «καταγωγή» της τεχνικής όχι ως κάτι που συνιστά μόνο μια απλούστευση της φόρμας. Η αρχαϊκή καταβολή της τεχνικής δεν αντιμετωπίζεται με όρους διατύπωσης κάποιων ερωτημάτων που ιστορικά έχουν απαντηθεί. Πρόκειται για μια μακρόχρονη εξελικτική και σύνθετη διαδικασία, που δεν ανακόπτεται από τη διαρκή βελτίωση της τεχνολογίας. Πορευόμαστε προς μια ανάγνωση της τεχνικής που αντιδρά στη γενεαλογία εκείνη που απομονώνει, οργανώνει ή ακολουθεί τις πρόσφατες αλλαγές. Ό,τι ονομάζουμε «εξελιγμένο στάδιο», ως αποτέλεσμα της ποιοτικής μεταβολής μιας αρχικής σκέψης, της ουσίας της φύσης, της αρχής των πάντων, δεν αφορά τους εν λόγω εικαστικούς.
Έτσι, εάν όντως υφίσταται μια στροφή προς τους προσωκρατικούς, αυτή δεν υποκύπτει στον ιστορικισμό, όπως θα συμπέρανε ίσως ο Αξελός, όταν και αυτός αναρωτιόταν για τον τρόπο που στρεφόμαστε στους Προσωκρατικούς.[iii] Ο Αξελός, παρόλο που αναφέρεται στην αισθητική διάσταση του προσωκρατικού στοχασμού, δείχνει επιφυλακτικός απέναντι στην καλλιτεχνική πρακτική, την οποία συνδέει με τη συμβατική αναπαραστατικότητα.
Ο Ζήσης Κοτιώνης καταλήγει στην προσωκρατική σκέψη καθώς αντιλαμβάνεται το  σχεδιασμό και την αρχιτεκτονική γλώσσα όχι ως κάτι που εξελίσσεται και βελτιώνεται αλλά ως κάτι που υφίσταται και αποζητά διερεύνηση και νόημα. Έτσι, ό,τι για αυτόν διακυβεύεται ως προς την τεχνική δεν εντοπίζεται σε κάτι μεταγενέστερο, σε κάποια από τις ακόλουθες στιγμές της εξέλιξής της. Με βάση τα παραπάνω δεδομένα, αναρωτιέμαι αν οι γνωστοί προβληματισμοί πάνω στις σχέσεις και τις διαφορές μοντέρνου και μεταμοντέρνου συνεχίζουν να έχουν κάποιο νόημα, εφόσον το ζήτημα της ρήξης, της ασυνέχειας ή έστω της εκλεκτικής ανάσυρσης προνεωτερικών σημείων μοιάζει εδώ δευτερεύουσας σημασίας.
Θα συνεχίσω την επόμενη Κυριακή.

Monday, April 22, 2019

Cosmological archeology: Practices of archeology in contemporary artistic production

Cosmological archeology: Practices of archeology in contemporary artistic production


Every Time the Force Attaching me to the Earth is Greater than the one Lifting me into the Air, 2018 


Faidra Vasileiadou will develop a dialogue with Kostis Velonis about the practices of a “cosmological archeology” in contemporary artistic production. The body of these artists understands the “origin” of the technique not as something that constitutes a simplification of the form, which at the moment becomes more interesting with the usage of contemporary know-how. The archaic origin of the technique is not treated in terms of the initiation of some questions that have historically been answered, but rather than the “hidden discovery” that is now revealed and constitutes a philosophical fiction about the genesis of the world. With the support of Outset Greece
Saturday 20 April, 16.00-17.00
Snehta Residency, Athens

Sunday, August 12, 2018

Theory adrift: The matter of archaeological theorizing





At a possible transition towards a ‘flat’, post-human or new-materialist environment, many have suggested that archaeological theory and theorizing is changing course; turning to metaphysics; leaning towards the sciences; or, even is declared dead. Resonating with these concerns, and drawing on our fieldwork on a northern driftwood beach, this article suggests the need to rethink fundamental notions of what theory is – its morphological being – and how it behaves and takes form. Like drift matter on an Arctic shore, theories are adrift. They are not natives of any particular territory, but nomads in a mixed world. While they are themselves of certain weight and figure, it matters what things they bump into, become entangled with, and moved by. Based on this, we argue that theories come unfinished and fragile. Much like things stranding on a beach they don’t simply ‘add up’ but can become detached, fragmented, turned and transfigured. Rather than seeing this drift as rendering them redundant and out of place, it is this nomadism and ‘weakness’ that sustains them and keeps them alive.

Text by Þóra Pétursdóttir,  Bjørnar Olsen
http://journals.sagepub.com/doi/10.1177/1469605317737426

Saturday, July 21, 2018

Πάνω σε 13 ομηρικούς στίχους...




Με αναδημοσιεύσεις σε όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης του πλανήτη, ή τουλάχιστον σε πολλά από αυτά, διαβάσαμε την πανηγυρική είδηση για την ανακάλυψη του «αρχαιότερου γραπτού τεκμηρίου του ελληνικού έπους της "Οδύσσειας"», που χρονολογείται στη ρωμαϊκή εποχή. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα που επαναλαμβάνονται κατά το γνωστόν απαράλλαχτα, ή σχεδόν, πρόκειται για μια πήλινη πλάκα διαστάσεων περίπου 20Χ20 εκατοστών που περιέχει την αρχή της ραψωδίας ξ της Οδύσσειας, (http:// kiwihellenist.blogspot.com/2018/07/not-oldest-written-record-of-odyssey.html).
Βρέθηκε στην Ολυμπία, έξω από το ιερό του Δία. Oι ανασκαφείς δήλωσαν πως η πινακίδα χρονολογείται στον 3ο μ.Χ. αιώνα (αν όχι νωρίτερα). Είναι δυνατόν μία πινακίδα του 3ου μ.Χ. αιώνα να θεωρείται η αρχαιότερη που έχει βρεθεί; Φοβάμαι πως οι πανηγυρισμοί που συνόδευσαν τη δημοσίευση μυρίζουν λίγο Αμφίπολη. Ηδη έχουν αρχίσει να δημοσιεύονται στο Διαδίκτυο κριτικές απόψεις από τους ειδικούς που λένε πάνω - κάτω τα εξής: όσον αφορά τα γραπτά ευρεθέντα αποσπάσματα σε κεραμικό υπόβαθρο της «Οδύσσειας» (Οδ.9.39), έχουμε ήδη από τον 5ο αιώνα π.Χ. το graffiti από απόσπασμα σε όστρακο, από την Ολβια, αποικία των Μιλησίων στη Μαύρη Θάλασσα, προγενέστερο δηλαδή κατά 8 αιώνες.

Υπάρχει επίσης ένας στίχος από την «Οδύσσεια» στον ορφικό πάπυρο του Δερβενίου που έχει ανακαλυφθεί στη Μακεδονία και χρονολογείται στα 340 με 320 π.Χ.
Τέλος, έχουμε παραδείγματα αιγυπτιακών παπύρων με αποσπάσματα από τα έπη. Αν λοιπόν θέλαμε να μιλήσουμε για το «πρώτο» ή το «μοναδικό», πρέπει να στραφούμε σε άλλους δρόμους, δηλαδή να συλλέξουμε όλη την περιγραφή μαζί: πρόκειται για το μεγαλύτερο σε έκταση απόσπασμα της «Οδύσσειας» που βρέθηκε στον σημερινό χώρο της Ελλάδας, εγχάρακτο σε κεραμικό, και στα περίχωρα ενός ιερού χώρου, τόσο σημαντικού όσο η αρχαία Ολυμπία.

Φοίβη Γιανίσση

Friday, July 13, 2018

Kon Wajiro’s Archaeology of Present Times



Japanese architect, sociologist, and educator Kon Wajiro was living in Tokyo when the violent 1923 earthquake occurred. With his students, he visited the areas where people gathered after the natural disaster. Through simple yet refined drawings he began to register the temporary shelters and the sparse belongings of the refugees in order to testify their state of living, a condition reduced to the bare minimum.
During his life, Kon Wajiro kept on documenting the memories of Japanese civilisation in an attempt to keep their testimony in the event of their sudden disappearance or of their possible fading due to modernisation. He meticulously traced houses and types of furniture, ways of dressing and commodities, ordinary objects and people’s habit, generating a complex visual taxonomy of the transition of a culture toward modernity.
His studies gave birth to a branch of sociology, called “modernology” which aimed at documenting the evolution of places and cultures as a consequence of modernisation.