Wednesday, July 26, 2023

Sea Chanty



My mother hates the sea 

my sea especially 

I warned her not to

it was all I could do

Two years later 

the sea ate her

Upon the shore, I found a strange

yet beautiful food

I asked the sea if I could eat it 

and the sea said that I could 

Oh, sea, what fish is this

so tender and so sweet?

Thy mother's feet


Gregory Corso

Monday, July 3, 2023

Anna Świrszczyńska 
 

Saturday, July 1, 2023

Wandering Peaks (Moving Through the Mountains)


Wandering Peaks (Moving Through the Mountains) 2023 

Iron, cement, wood, gesso 

22 x 8 x 13 cm 

Tuesday, May 16, 2023

Νεολουδισμός: Όταν οι μηχανές δεν είναι εκεί για να τις επιτεθείς

Παρατηρώντας το άγχος των φίλων μου και ειδικά της μητέρας μου που αναστενάζουν κάθε φορά που υποχρεώνονται να οικειοποιηθούν τα χαρακτηριστικά μιας νέας  εφαρμογής ή της αναβάθμισης μιας παλιότερης, αναλογίζομαι πόσο επιβλαβής είναι η αναγκαιότητα της ψηφιακής προσαρμογής στην καθημερινότητα τους. Οι πρώτες μέρες του τεχνοφιλικού ρομαντισμού φαίνεται ότι έχουν περάσει ανεπιστρεπτί, στον βαθμό που ολοένα και περισσότεροι εγκαταλείπουν τις κοινωνικές πλατφόρμες. Σε άλλες περιπτώσεις, διαπιστώνω ότι ορισμένοι,  μετά την έξοδο από τις διαδικτυακές περιπλανήσεις, αφοσιώνονται σε χειροτεχνικές δραστηριότητες οι οποίες επιτρέπουν μια απτή σχέση με τον υλικό κόσμο. Όμως αυτές οι αντιδράσεις στην αυγή της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης έχουν και ένα ιστορικό εκτόπισμα.

Ένα βράδυ, τον Μάρτιο του 1811 στο Nottingham, κάποιοι εργάτες κλωστοϋφαντουργίας κατέστρεψαν υφαντικές μηχανές σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τις αλλαγές στις συνθήκες εργασίας τους. Αυτές  οι καταστροφές αποτελούσαν μέσο εξαναγκασμού των εργοδοτών τους για να κάνουν παραχωρήσεις όσον αφορά τα δικαιώματα τους. Η βιομηχανική επανάσταση είχε εξαπλωθεί παντού στη Βρετανία και τα πρώτα δείγματα της μείωσης του εργατικού προσωπικού είχαν πυροδοτήσει ταραχές κυρίως στην καρδιά της κλωστοϋφαντουργίας της χώρας, σε περιοχές που εκκινούσαν από το Nottinghamshire και εξαπλωνόντουσαν στο Derbyshire και το Lancashire.   Όσον  άφορα τον περίφημο Ludd οι  πληροφορίες που έχουμε είναι ότι αποτελεί επινόηση των ριζοσπαστών εργατών οι οποίοι τον εκπροσωπούσαν με το ψευδώνυμο “Βασιλιάς Ned Ludd” και  διεύθυνση αποστολέα “τη σπηλιά του Ρομπέν των Δασών”. Πράγματι κάποια χρόνια νωρίτερα, το 1779, ο κύριος Ludd είχε καταστρέψει δύο μηχανές πλεκτών άλλα δεν ήταν ο υποκινητής των ταραχών που ακολούθησαν, ούτε ζούσε σαν τον θρυλικό  Ρομπέν στο Δάσος Sherwood.1

Σήμερα ο Νεολουδισμός  στην πλειονότητα γίνεται αποδεκτός με περιφρόνηση. Μια ‘εκσυγχρονιστική’ στάση για αυτούς που συμμερίζονται κάθε τεχνολογικό νεωτερισμό, και η οποία είναι η κυρίαρχη, τον αντιλαμβάνεται ως οπισθοδρομισμό απέναντι στις εξελίξεις της τεχνολογίας και τους Λουδίτες ως άτομα τεχνοφοβικά με τη  φαντασίωση της επιστροφής σε μια πρωτόγονη εμπειρία.

Όμως είναι ξεκάθαρο ότι ο εφιάλτης που βιώνουμε άφορα την αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη που πρότεινε ο Λουδισμός. Είναι η σχεδόν μη αναστρέψιμη καταστροφική πορεία του οίκο-περιβαλλοντολογικού συστήματος.  Αυτό που θα έπρεπε να μας απασχολήσει δεν είναι τόσο οι  εσχατολογικές προοπτικές ενός ριζοσπαστικού αντιτεχνολογικού διακυβεύματος άλλα ότι οι αποκλειστικά τεχνοκρατικές λύσεις έχουν αποδειχθεί ανεπαρκείς. Όσοι λοιπόν ειρωνικά επισημαίνουν μια προβιομηχανική Αρκαδία ως το πρότυπο του Λουδισμού, ας σκεφτούν  για τις συνέπειες εκείνου του μοντέλου ανάπτυξης που δεν έχει την ικανότητα να διαμορφώσει μια άλλη πορεία, και ας αποδεχθούν ότι ο καπιταλισμός οφείλει να διαθέτει τουλάχιστον προσαρμοστικότητα και ευελιξία.

Συνεπώς, το βίαιο σπάσιμο των μηχανών μπορεί να κλειδωθεί στις συμβολικές του διαστάσεις, όπου διαταράσσεται το υπάρχον κοινωνικό, οικονομικό και πολιτισμικό μοντέλο. Έξαλλου σήμερα δεν θα περιμέναμε εργάτες με τσεκούρια και βαριοπούλες άλλα χάκερς και ψηφιακούς πειρατές να σαμποτάρουν τις ψηφιακές μηχανές. Και στην περίπτωση μας, δεν πρόκειται για μια ιδεολογική σέχτα ή μια περιθωριακή ομάδα η οποία μάχεται για το σταμάτημα του παραγωγικού χρόνου, άλλα για μια αυθόρμητη στάση που συγκροτείται από διαφορετικές κοινότητες, οι οποίες θέτουν σε αμφισβήτηση τα όρια αυτού του μοντέλου ανάπτυξης. Ο Jathan Sadowski, κοινωνικός επιστήμονας που μελετά τις νέες τεχνολογίες, στο ερώτημα του για το πώς θα έμοιαζε ο Λουδισμός σήμερα απαντάει πως θα τον υπερασπιζόμασταν ως ένα κίνημα που θα αντιμετώπιζε την τεχνολογία ως ένα πολιτικό και οικονομικό φαινόμενο που οφείλει να εξετάζεται με κριτικό τρόπο και ο τρόπος του να κυβερνιέται να  είναι δημοκρατικός.2
Σε αυτό το σημείο θα συμφωνήσουμε με τον Μαρξ όταν επισημαίνει ότι η αμφισβήτηση και οι επιθέσεις στις τεχνολογικές δομές δεν έχουν νόημα να στρέφονται στα υλικά μέσα παραγωγής, αλλά μόνο ενάντια στην κοινωνική και ταξική μορφή της εκμετάλλευσής τους. Το πρόβλημα  σχετίζεται με τους οπτιμιστικούς προοδευτισμούς γύρω από την τεχνολογία και όχι με την ίδια την μηχανή.

Αν, όμως, στις αρχές του 19 αιώνα ο Λουδισμός ήταν μια σημαντική κατάκτηση στο πλαίσιο της αμφισβήτησης της κυριαρχίας της μηχανής πάνω στην ανθρώπινη εργασία, σήμερα ο Νεολουδισμόςέχει μεγαλύτερη σημασία.

Θεωρώ ότι δεν είναι μόνο τα εργασιακά δικαιώματα που απειλούνται άλλα και η ίδια η δυναμική της φαντασίας που ο τεχνοκρατικός πολιτισμός  επιβάλει. Στην υπάρχουσα σφαίρα του ψηφιακού καπιταλισμού, φαίνεται να  έχει διαφύγει από την υπάρχουσα κριτική ένας συλλογισμός για την αναγκαιότητα της πρωταρχικής φαντασίας. Το άλμα της φαντασίας, μέσα από το οποίο διεξάγονται βαθμιαία οι έννοιες και οι αφηγήσεις, περιορίζεται ολοένα και περισσότερο γιατί απλά η εκκίνηση μιας σκέψης διαμορφώνεται εξαρχής από τις μηχανές  αναζήτησης. Το αρχικό τόλμημα της σκέψης, άλλα και της έμπνευσης, εκπληρώνεται άμεσα με τους αλγορίθμους και την τεχνητή νοημοσύνη που γνωρίζουν καλύτερα από εμάς την διστακτικότητα των δικών μας συλλήψεων και μας προσφέρουν απαντήσεις σε δευτερόλεπτα. Ο Αντόρνο ίσως να μην είχε στο νου του την πραγματολογική διάσταση της αισθητικής πρόσληψης όταν ανέφερε ότι κανένα έργο τέχνης δεν πρέπει να εξηγηθεί υπό όρους επικοινωνίας, όμως ο λόγος του είναι ιδιαίτερα επίκαιρος όταν γνωρίζουμε ότι η προβολή του νοήματος είναι  κύριο συστατικό στο σύνολο της εικαστικής πρακτικής σήμερα.3

Σε ένα διορατικό κείμενο, ο Jean-François Lyotard αναρωτιέται για το ειδικό βάρος της επικοινωνίας στην τέχνη “σε μια εποχή που τα προϊόντα της  τεχνολογίας δεν μπορούν να προκύψουν χωρίς τη μαζική και ηγεμονική παρέμβαση της έννοιας”.4

Κάθε χειρονομία, όσο ελάχιστη και ασήμαντη με τις επικοινωνιακές υποσχέσεις της ψηφιακής τεχνολογίας αποζητά το μέγιστο της προσοχής. 

Όμως ο  καλύτερος τρόπος για να διαπιστώσουμε το zeitgeist  της  επικοινωνιακής υστερίας θεωρώ ότι βρίσκεται στις καλλιτεχνικές πρακτικές. Μια κατηγορία  εγκαταστάσεων  που βασίζεται στην έρευνα  συμπεριλαμβάνει  τις στρατηγικές  της συσσώρευσης και χωροθέτησης των πληροφοριών, με την παράθεση βιβλίων και ενημερωτικών φυλλαδίων σε συνδυασμό με οπτικοακουστικό υλικό που συνοδεύεται με laptops, ταμπλέτες και monitors. Οι αρχειοθετημένες καταγραφές που κατανέμονται χωρικά συνήθως στον οριζόντιο άξονα μιας βιτρίνας απασχολούν τη σκέψη της ιστορικού τέχνης Claire Bishop, η οποία υποστηρίζει ότι δεν μπορούν να κατανοηθούν απομονωμένα από τις σύγχρονες εξελίξεις στην ψηφιακή τεχνολογία.5

Η συγκέντρωση ενημερωτικού υλικού στις εικαστικές εγκαταστάσεις έχει μια αντιστοιχία με τον τρόπο με τον οποίο αναζητούμε και αποθηκεύουμε πληροφορίες στο διαδίκτυο και αυτή η αλλαγή μοντέλου σκέψης και παραγωγής γνώσης δεν είναι έκδηλη, όπως ήδη περιγράψαμε μόνο στα ψηφιακά εργαλεία, άλλα επικεντρώνεται  και στη σχέση μας με την απτή ύλη. Και είναι κατανοητό.

Όταν όμως η προβολή του νοήματος σχετίζεται αποκλειστικά με την επιλογή έτοιμων δεδομένων, η “αυθεντικότητα”, μια λέξη τόσο κυνηγημένη και εν μέρει εξιδανικευμένη για τους λάθος λόγους, δεν έχει υπόσταση και αποκτάει γραφικό χαρακτήρα. Πράγματι, απέναντι στην επέλαση της πληροφορίας, χειροτεχνικές μαρτυρίες της τέχνης στη ζωγραφική και τη γλυπτική μπορεί να φανούν παρωχημένες.

Σε αυτό το καθεστώς, “μέσα στον πραγματικά ανεστραμμένο κόσμο, το αληθινό είναι μια στιγμή του ψεύτικου”  υποστήριζε ο Guy Debord στην “κοινωνία του θεάματος” πριν την κυριαρχία της ψηφιακης πληροφορίας.6 Σήμερα το “χάσιμο” των χρηστών του ίντερνετ  λειτουργεί κυριολεκτικά ως  μια αντιστροφή της ζωής. Και αν το ατομικό στοιχείο ενθαρρύνεται με τη ναρκισσιστική ρουτίνα των selfies και την ανάδειξη ενός αγοραίου κοσμοπολιτισμού, αυτό εντάσσεται στη σφαίρα του “επιχειρείν”, στην καταγραφή ενός  “φαίνεσθαι” της ιδιοτυπίας της συμπεριφοράς, η οποία στοχεύει στη μέγιστη δυνατή επικοινωνία, με την προσδοκία να φτάσουν τα posts σε όσους τον δυνατόν περισσότερους αποδέκτες.

Θεωρώ ότι το να αρνηθούμε λοιπόν τη σύνταξη ενός νεολουδητικού ρεύματος είναι σαν να θεωρούμε ότι όλα είναι υπέροχα τακτοποιημένα στην καθολική παντοδυναμία ενός τεχνητού κόσμου, ο οποίος μέσα στους αυτοματοποιημένους μηχανισμούς του είναι σε θέση να διαχειριστεί και να καθυποτάξει τη σωματικότητα μας. 

Το ερώτημα λοιπόν πλανάται σε ένα κόσμο όπου κάθε πτυχή της ύπαρξής μας οριοθετείται και υπαγορεύεται με οθόνες και πληκτρολόγια. Αν προσγειώσουμε τον Λουδισμό στη σημερινή εποχή, ξέρουμε ότι δεν υπάρχει καμιά προοπτική να συντριβεί η μηχανή. Εξάλλου η τεχνολογική υπεροχή δεν ταυτίζεται στο αντικαπιταλιστικό φαντασιακό με τη χρήση τεράστιων μεταλλικών τερατόμορφων κατασκευών και οι άπειρες διαδυκτιακές προσβάσεις δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με ένα σπάσιμο του κινητού η του λάπτοπ άλλα με μια αποφασιστική μαζική περιφρόνηση των ψηφιακών εφαρμογών.

Με βάση τα όσα έχουμε αναπτύξει, ίσως να μην μας κάνει έκπληξη η προτροπή του Richard Seymour, ο οποίος, στο σύγγραμμα που φέρει τον τίτλο twittering machine και που τον δανείζεται από το προφητικό έργο του Paul Klee (Zwitscher-Maschine, 1922), μας επισημαίνει ότι  ..έχουμε ανάγκη  από μια αποφυγιολογία (escapology), σίγουρα, μια θεωρία για το πώς να βγούμε έξω πριν να είναι πολύ αργά.”.7

Θα έλεγα ότι χρειαζόμαστε περισσότερο θάρρος, ώστε ν’ αδιαφορήσουμε για την εθιστική κουλτούρα της παιχνιδοποίησης των κοινωνικών μέσων, με τις εικονικές “καρδιές’ και τις προσδοκίες απο αφοσιωμένους και ταυτόχρονα  άβουλους  ακόλουθους . Μπορεί το like να μην το “σπάσουμε” άλλα είναι εφικτό  να  υποβαθμίσουμε  μια πτυχή του, εκείνη της ανώδυνης επικοινωνίας. Το να προστατεύσουμε  τα προσωπικά μας δεδομένα  αποφεύγοντας τις εφαρμογές και τα γκάτζετς είναι μια επιλογή, το να τα στρέψουμε ενάντια τους με μαζικές αντιδράσεις είναι η επόμενη.

Κωστής Βελώνης


1 E. J. Hobsbawm, “The Machine Breakers”, Past and Present 1 (1952): σ. 57-70

2 athan Sadowski“I’m a Luddite. You should be one too.” The Conversation, 9 August 2021

3 Adorno, Theodor W, Αισθητική Θεωρία, μτφρ. Λευτέρης Αναγνώστου, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 1989

4 Jean-François Lyotard  “Κάτι όπως επικοινωνία .. χωρις επικοινωνία” στο Απάνθρωπο, Κουβέντες για τον χρόνο, μτφρ. Βασίλης Πατσογιάννης. Αθήνα, Πλέθρον, 2019. σ.170

5 Claire Bishop “On the superabundance of research-based art”, Artforum.com, April 5, 2023

6 Guy Debord, Η Κοινωνία του Θεάματος, μτφρ. Π. Τσαχαγέας – Ν.Β. Αλεξίου. Αθήνα, Ελεύθερος Τύπος, 1986, σελ. 26

7  The Twittering Machine: How Capitalism Stole Our Social Life, London, The Indigo Press, 2019, σ. 15



https://popaganda.gr/postscripts/neoloydismos-otan-oi-michanes-den-einai-ekei-gia-na-tis-epitetheis/





Sunday, May 14, 2023

And If I Fall

There’s this cathedral in my head I keep
making from cricket song and
dying but rogue-in-spirit, still,
bamboo. Not making. I keep
imagining it, as if that were the same
thing as making, and as if making might
bring it back, somehow, the real
cathedral. In anger, as in desire, it was
everything, that cathedral. As if my body
itself cathedral. I conduct my body
with a cathedral’s steadiness, I
try to. I cathedral. In desire. In anger.
Light enters a cathedral the way persuasion fills a body.
Light enters a cathedral, the way persuasion fills a body.

Carl Phillips 

Monday, May 1, 2023

Pattern


Garous Abdolmalekian

Saturday, April 22, 2023

Vanishing Portrait

 


Vanishing Portrait, 2022

wood, mirror, acrylic 

Sunday, April 16, 2023

I See a Baguette in a Handbag

I See a Baguette in a Handbag 

It sizzles, fizzles and bubbles,

in a stainless steel coffee maker.

The coffee grounds are getting colder, are getting stiff, on the white wall of the ceramic cup. 

I see an elephant.
In case of a raised trunk, and the trunk is raised in your case, 

wisdom comes your way. And it will come all of a sudden. I see an eye. 

I see that the eye is squinting at a cloud of dots. The more dots, the more money you get.
I see a lizard.
I see a crab. 

I see the lizard and the crab in company with a parrot.
The lizard warns you: Beware of false friends.
The crab says: Embrace your sorrow and you won’t lose your strength.
The parrot presages a scandal you will hear about, or gossip in which you will be involved. I see a net. A net of oranges.
I see an arm with a hand reaching downwards. It reaches to a V. 

You will get in touch with a person for whom V is the first letter of their name, or a Virgo. I see an A in front of a portal.
A is you and portal means potential. You are going to encounter new opportunities.
I see a baby tooth. 

I see a bikini top. I see a horizon. 

One side of the cup is completely dark. The other side is only covered halfway. Above this there are only some fine brownish lines.
Like the moment when a wave splashes on the beach, the water runs back into the ocean, and the foam produced by the wave still exists before it sinks slowly into the sand. 

In the ocean, in the dark part of the cup, I see a jellyfish with a dot in its belly. A person close to you will bring you the message that they will have a baby.
I see a spiral. A vortex.
Trap / energy booster. 

Yacht means you will go bankrupt. I see a ferry.
I see some lemons.
Envy gnaws at you. 

I see a lightbulb.
Your intuition is strengthened. Believe in it.
I see a hammer.
The smashed lightbulb will bring you a great portion of luck.
I see a mermaid.
I see scissors.
I see an e-scooter.
Tomato means love is around the corner.
I see a keyhole.
I see a very long nail.
I see a dragon.
I see a baguette. I see a baguette in a handbag.
Baguette is bread, and bread is an important experience you’ve had, now coming to an end. I see a bus. Bus 69.
I see you riding this bus to a place starting with P.
P like Panorama. 

Lucia Graf , 2022

Monday, April 10, 2023

Things


What happened is, we grew lonely

living among the things,

so we gave the clock a face,

the chair a back,

the table four stout legs

which will never suffer fatigue.


We fitted our shoes with tongues

as smooth as our own

and hung tongues inside bells

so we could listen

to their emotional language,


and because we loved graceful profiles

the pitcher received a lip,

the bottle a long, slender neck.


Even what was beyond us

was recast in our image;

we gave the country a heart,

the storm an eye,

the cave a mouth

so we could pass into safety.


Lisel Mueller, 1996



Monday, April 3, 2023

You say you want a revolution…


Edward Ludlam’s name didn’t do the decent thing and die with its owner in the summer of 1776. Instead it emerged rudely triumphant more than 30 years after Edward – or Ned – was laid to rest at St Mary’s Church in Anstey.

If the name rings a bell, it’s because Ned Ludd was once used as a signatory by smash-happy men and women across Leicestershire, Derbyshire and Nottinghamshire. Men and women who were out of work because new knitting and stocking machines had taken their jobs.

During five years of hardship and strife, many a wooden frame was chopped to bits. Who dunnit? Ned Ludd dunnit officer. Duh.

Dead Ned’s name was to plague those technology-savvy industrialists who had brought poverty to thousands of families across the East Midlands. Threatening letters were sent to factory owners signed Ned Ludd, General Ludd and King Ludd.

The Luddites, as they now called themselves, destroyed 200 new stocking frames in one three-week period in early 1811. In the East Midlands, the heart of the country’s textile industry, the fighting spread from Nottinghamshire and then to Leicestershire and Derbyshire.

Parliament, as it is wont to do, cruelly rounded on the starving and desperate, passing legislation which made damaging machines punishable by death. At this time, almost 90 per cent of the 20,000 stocking frames in use in the country were located in the region, with records showing almost 12,000 were in Leicestershire.

Lord Byron, quite possibly the sexiest person who ever lived, was one of the few MPs to speak in defence of the starving people in his native Midlands. Byron, FYI, was a Nottinghamshire lad.

And factory owners, we know, had good cause to worry about their safety.

In 2006, underground passages and a chamber were found beneath a house in Loughborough that once belonged to lace magnate John Heathcote.

Heathcote had good reason to fear the Luddites – they had already destroyed a lace mill of his in Loughborough in 1816. But with all this, the mystery still remains – why did the Luddites take Ned Ludlam’s name?

It was a cover name, the same as Robin Hood,” local history enthusiast Brian Kibble told the Mercury in 2006.

They used it to protect their real names. The Luddites supposedly got their name by the actions of Ned Lud, or Edward Ludlam, from Anstey.

Ned, well, he wasn’t quite all there, and that is one of the stories that has come down.

There’s a story that he’d been teased by local children, and he chased them and he lost them. And, apparently, in his frustration, in one of the cottages, he smashed up this knitter’s frame.

The other legend was that he was the son of a knitting frame worker and his father had chastised him one day and, in revenge, he smashed up the frame.

Whatever the truth,” says Brian, “somewhere along the line he seems to have been responsible for smashing up machinery.”

Ned’s name lived on in the village down the years.

Apparently,” chortles Brian, “it used to be a saying in the village that if something was broken or damaged it had been Ned Ludded.”

Ever since, “Luddite” has been a Leicestershire-inspired entry in the Oxford English Dictionary. One, as a word for the English workers who fought for their jobs between 1811 and 1816, and now, more commonly, a disparaging word used for those opposed to or uneasy with new technology.

https://leicestershirelalala.com/you-say-you-want-a-revolution-the-luddites-were-chissits-too/




 

Friday, March 31, 2023

glimpse


outside
It was a long time ago –
An enclosure, on heath land, an outcrop in the heather and gorse;
A circle of rusted railings, decrepit, close to collapse, ominous –
We ran wildly round this broken construction,
revelling in its anonymity and ambiguity,
but aware of the notice boards fixed to the railings, eroded into blank facades, but emanating warnings, and threats of danger,

It was our discovery, and it would be our place;

We squeezed into the empty space, enclosed by these disintegrated posts;
we hurled ourselves around the inside perimeter –
stumbling on the coarse grass tussocks,
landowners of somewhere unknown to the rest of the world,
blissful, ecstatic and full of excited fear of what this place might be,
this dissolving steel ring syncopating earth and sky…

inside
the staircase splits into two, left and the right –
on the left, a door into the long, narrow attic,
a small window, a horizontal half moon, at the far end;
this dark space seems detached from the rest of the house;
the water tanks gurgle, the pipes groan and grumble;
on a grey blanket, shells, stones, dried plants are laid out in rows;
a secret museum has found its place…
it’s high up, remote,
an adventure where the tops of trees are framed by the half moon window,
and the life below is miniature.

upstairs
one staircase looks at another –
above, air;
so much empty, gaping, intangible space;
out of reach,
but that is where the adventure is,
to climb into the empty space, to look up, hoping for the sky;
to sense the weight and light and time of empty space
intruded upon by the reach and stretch of unnameable things –
plaster, cement, colour, clumsy, elegant, surprise, hang, lean, stretch…
the excitement of perilous moments, the sentient fear of vertigo…

and here, these big shapes, anthropomorphic, stare and wait,
dumb, curvaceous, still, biding time…

 Phyllida Barlow, 2020



Thursday, March 30, 2023

Bruderschaft


Alles ist Wundenschlagen,

und keiner hat keinem verziehn.

Verletzt wie du und verletzend,

lebte ich auf dich hin.



Die reine, die Geistesberührung,

um jede Berührung vermehrt,

wir erfahren sie alternd,

ins kälteste Schweigen gekehrt.



Ingeborg Bachmann

Brotherhood


Brotherhood

Each and every thing cuts wounds,

and neither of us has forgiven the other.

Hurting like you and hurtful,

I lived towards you.



Every touch augments

the pure, the spiritual touch;

we experience it as we age,

turned into coldest silence.



Ingeborg Bachmann



Sunday, March 12, 2023

Map Piece


Yoko Ono, Map Piece, 1964 
#YokoOno #mapping #walking #wandering#lost